Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ερωτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ερωτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ταξίδι πόθου

Στο λιμάνι φυσούσε άγριος νοτιάς. Η θάλασσα από τα βάθη της είχε ανακατωθεί και ανασηκωθεί σε πελώρια κύματα που έσκαγαν παντού στη παραλία σαν λαβωμένο τέρας, βγάζοντας φοβερό βουητό και τινάζοντας παντού θυμωμένους αφρούς.60867797_1bfa0b1a8d

Αγάπη μου πως να σε φτάσω με αυτόν τον παλιόκαιρο, μονολόγησε και σήκωσε τους γιακάδες του πιο ψηλά. Ο αέρας μαστίγωνε το πρόσωπό του και του τραβούσε να του ξεριζώσει τα μαλλιά. Τα ρούχα του απάνω του σπρωγμένα από την απίστευτη δύναμη του αέρα, ένοιωθε πως ήθελαν να τον παρασύρουν μαζί τους και να πετάξει η να σχιστούν να φύγουν και να τον ξεγυμνώσουν.Τοίχο τοίχο σύρθηκε και μπήκε στο καφενείο κλείνοντας απ’ έξω το μούγκρισμα του νοτιά και της αγριεμένης θάλασσας.

-Θα φύγει πλοίο; Ρώτησε αν και ήξερε την απάντηση. -Αν δεν πέσει ο καιρός δεν κουνιέται τίποτα. του απάντησε ο καφετζής που ήταν και πράκτορας του μοναδικού πλοίου που εξυπηρετούσε το νησί.

Πως να έρθω σε σένα λουλούδι μου μεθυστικό σκέφτηκε πάλι, γιατί μας το κάνει αυτό η φύση το μόνο που καταφέρνει είναι να θεριεύει την λαχτάρα μου για σένα.

Συνεχίζεται…

ΑΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ

 

Δεν μπόρεσε να αντισταθεί, το νεανικό της λάγνο κορμί ήταν η πρόφαση, κατά βάθος απιστούσε για να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του, όλα τα όχι που είχε ανεχτεί και όλα τα όχι που δεν είχε πει σε τόσα χρόνια γάμου συμπυκνώνονταν παίρνανε την μορφή πάθους και ζητούσαν να μπουν και να χωρέσουν στο στενό sex in auto χώρο του αυτοκινήτου όπου και η ερωτική περίπτυξη διαδραματιζόταν.

Ανάμεσα στα δέντρα σε κάποια ερημική παραλία με φως μόνο απ’ τ’αστέρια το παράνομο ζευγάρι έπαιρνε αυτό που νόμιζε ότι του χρώσταγε η ζωή.

Τα χέρια του τρέχανε τρυφερά και ανυπόμονα στο λαχταριστό κορμί της παρακάμπτοντας μεταξωτές αντιστάσεις και εκείνη άφηνε την ηδονή να διασχίζει τις από χρόνια ανικανοποίητες ανάγκες της.

Ανάμεσα στις ζεστές οσμές του πάθους εκείνη κάτι ψέλλισε , της είπε ναι και συνέχισε να βουλιάζει τα χέρια του ποιο βαθιά στον πόθο της, τα έφερες; επανέλαβε εκείνη πιο δυνατά, ανάμεσα στους ερωτικούς στεναγμούς, ναι ναι ξανάπε αδιάφορα εκείνος και συνέχισε την αποστολή του που είχε φθάσει πλέον σε αποφασιστικό σημείο.

Ε ΑΦΟΥ ΤΟ ΕΦΕΡΕΣ ΒΑΛΤΟ του φώναξε εκνευρισμένη και όλα σταμάτησαν απότομα σχεδόν βίαια ακόμα και το πάθος συρρικνώθηκε .

Τι ποιο; ψέλλισε επανερχόμενος στην πραγματικότητα.

Τόση ώρα σε ρωτάω και μου λες ναι, τα προφυλακτικά τα έφερες; τον ρώτησε,

τι περιμένεις γρήγορα φόρεσέ το.

Α ναι τα προφυλακτικά ,τόσα χρόνια παντρεμένος δεν τα είχε χρησιμοποιήσει, άλλωστε σε ποια ευκαιρία, τα αντιπαθούσε σχεδόν απόλυτα, αλλά τώρα ήταν μέσα στην συμφωνία και γι αυτό μέσα στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου.

Κάτσε να τα πιάσω, έκανε να σηκωθεί, βγάλε το πόδι σου από το αυτί μου, σήκωσε το χειρόφρενο, γύρνα έτσι να περάσω το χέρι μου, ωχ πρόσεχε το τακούνι σου, τι είναι αυτό το σκληρό που με πιέζει α ο λεβιές των ταχυτήτων, μάζεψε το σουτιέν σου θα μου βγάλεις κάνα μάτι με αυτά τα σιδεράκια, το ντουλαπάκι που είναι το ντουλαπάκι νάτα καινούργια συσκευασία, για ακατανάλωτους εραστές.

Μες στο σκοτάδι προσπάθησε να ανοίξει την συσκευασία αλλά δεν εύρισκε από που να ξετυλίξει το σελοφάν, μα πως τα κάνουν έτσι διαμαρτυρήθηκε ενώ ήδη ο ανδρισμός του ταλαντευόταν απορημένος.

Οι άκαρπες προσπάθειες του, είχαν εκνευρίσει την νεαρά και ανυπόμονη ύπαρξη

Tι θα γίνει θα το βάλεις πριν μπω στην εμμηνόπαυση τον κατακεραύνωσε.

Εκείνος προσπαθούσε και δεν πίστευε αυτό που του συνέβαινε να μη μπορεί να ανοίξει την συσκευασία τι ντροπή Θεέ μου. Τελικά με νύχια και με δόντια ξέσχισε τις αντιστάσεις της συσκευασίας και έβγαλε από μέσα το ζητούμενο αντικείμενο όμως τα βάσανά του είχαν μόλις αρχίσει.

Ο ανδρισμός του, που είναι ο ανδρισμός του που μόλις πριν τον έκανε να εξουσιάζει τις θελήσεις της νεαρής. Έπεσε !κάπου του έπεσε, θα ήταν εύκολο να τον έψαχνε κάπου μες στο αυτοκίνητο, το κακό ήταν που έπρεπε να τον ψάξει στις προθέσεις του, μέσα στην αδεξιότητα που απρόσμενα επεδείκνυε ο εαυτός του σαν να τον περιγελούσε και τον πρόδιδε υπακούοντας σε ποιος ξέρει ποιες φροϋδικές κατευθύνσεις.

Εκείνη τον έβγαλε από την δύσκολη θέση καλά άστο μην το φορέσεις, αλλά πρόσεχε!

Έκανε να περάσει από πάνω της να συνεχίσει, δεν είχε βγάλει το παντελόνι του και τον εμπόδιζε στις κινήσεις του έτσι όλα μπλέχτηκαν εκείνος η ζαρετιέρα ,ο λεβιές το μπούτι της η κονσόλα το πορτάκι απ΄ το ντουλαπάκι και ξαφνικά το σκοτάδι και η σιωπή της παραλίας σχίστηκαν από το ρυθμικά επαναλαμβανόμενο ουρλιαχτό του συναγερμού τ’ αυτοκινήτου, που άθελα του είχε ενεργοποιήσει με ποιος ξέρει ποιο, μέρος του σώματός του.

Όλα τελείωσαν άδοξα, πηγαίνοντας την πίσω, μια σιωπή γεμάτη ένταση είχε καταλάβει το μέχρι πριν ερωτικό χώρο του αυτοκινήτου εκείνη μουτρωμένη άφηνε να ακούγεται η σκέψη της τον μ… μα που τον βρήκα; Όσο για κείνον νόμιζε πως όλα γελούσαν μαζί του, προς στιγμή του φάνηκε πως μέχρι και το σύμβολο του ανδρισμού του έβγαλε χεράκια που τα πρότεινε με τις παλάμες ανοιχτές λέγοντας του ειρωνικά πάρτα α! και πού’σε μεγάλε μια συμβουλή, αφού δεν πέτυχες φρόντισε να εξαφανίσεις τα στοιχεία ότι προσπάθησες.

Συναντήσεις

Πάρκαρε το αυτοκίνητό του μπροστά στην πόρτα της πολυκατοικίας, είχε βάλει τα καλά του και πες η απρόσμενη πρόσκληση, πες ότι ήθελε να δώσει λίγη χαρά στην ζωή του η καλή του διάθεση φαινόταν. Ήταν στην ώρα του , ανέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην είσοδο και ξαφνικά βρέθηκε αντιμέτωπος με μια γυναίκα που έβγαινε από την πολυκατοικία. Ήταν λίγο ψηλή, καστανή, με όμορφο σώμα, τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Η πόρτα πίσω της έκλεισε. Να σας ανοίξω του είπε, βγαίνοντας ξαφνικά από εμφανή αμηχανία. Ευχαριστώ θα χτυπήσω με περιμένουν απάντησε εκείνος, χτυπώντας το κουδούνι. Όχι όχι σας παρακαλώ δεν μου είναι κόπος, δεν σας έχω ξαναδεί στην πολυκατοικία μας. Ναι όντως γιατί δεν μένω εδώ. Ελάτε είπε και τον συνόδευσε στον διάδρομο μέχρι το ασανσέρ. Άνοιξε και μπήκε πρώτη, την ακολούθησε. Μα εσείς φεύγατε. Ναι αλλά ...θυμήθηκα ότι δεν πήρα κάτι προσωπικό μαζί μου και γυρίζω, που πάτε? Στον 5ο.Το ασανσέρ ξεκίνησε με ένα μικρό τράνταγμα, μνήμες από άλλες ιστορίες ήρθαν στο μυαλό του, που δεν σκόπευε να τις επαναλάβει. Στον 5ο? είπε εκείνη αυτή τη φορά θυμωμένα, εγώ κατεβαίνω εδώ στον 3ο εντάξει? Άνοιξε την πόρτα και βγήκε, μουρμουρώντας κάτι που ούτε άκουσε ούτε ήθελε να ακούσει εκεEdgar Degas - After the Bathίνος.

Όταν βγήκε στον 5ο μια δροσερή αρωματισμένη ατμόσφαιρα τον υποδέχτηκε, η πόρτα του διαμερίσματος ήταν ανοιχτή και ένα καλοκαιρινό αεράκι κουνούσε τις κουρτίνες δίνοντας ζωή στο σαλόνι, άκουσε το νερό στο μπάνιο που έτρεχε, έκλεισε την πόρτα πίσω του και η φωνή της τον συνόδεψε από την μια ατμόσφαιρα στην άλλη. Κάνω μπάνιο ακόμα, το κρασί είναι στο ψυγείο, έρχομαι. Την φαντάστηκε ηλιοκαμένη να τρέχουν οι σταγόνες απάνω στο όμορφο σώμα της, πήρε το κρασί και βγήκε στην βεράντα να την περιμένει, το βλέμμα του χάιδεψε τον ορίζοντα την γραμμή από τι κορυφές των πολυκατοικιών και σταμάτησε στο απέναντι διαμέρισμα, από το ανοικτό παράθυρο είδε μια γυναίκα που με απαλές κινήσεις άλοιφε μια κρέμα στο γυμνό κορμί της, η θέα της του έκοψε την ανάσα, σήκωσε το ποτήρι με το παγωμένο κρασί και είπιε μια απολαυστική γουλιά, ένιωσε το κρασί να κατεβαίνει για μερικούς αιώνες δροσίζοντας το μέσα του. Κοίταξε καλύτερα ήταν νέα και όμορφη, μάλλον ψηλή, έδειχνε να μην νοιάζεται για τα ανοιχτά παράθυρα, είχε χάρη στις κινήσεις της, ξαφνικά ...

Συνεχίζεται...

ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΑΣ

Ανέβαιναν μαζί, o βόμβος του ανελκυστήρα τους ακολουθούσε.
Του έριξε μια λοξή ματιά, να δει αν την κοίταγε.
Όλη του η ζωή πάνω στα ρούχα του, σκυφτός κοίταγε τις σκονισμένες μύτες των παπουτσιών του, σχεδόν ακουγόταν η καρδιά του που χτύπαγε γρήγορα.
Η σιωπή πλημμύριζε τον χώρο ανάμεσα τους , σαν πρωτοχρονιές περνούσαν οι όροφοι σε λίγο θα έφταναν και ότι τους ένωνε θα χανόταν για πάντα.
Το βλέμμα του τη πασπάτεψε ολόκληρη, δεν άφησε κανένα σημείο του κορμιού της, που να μη το αγγίξει αδιάντροπα όσο εκείνη έψαχνε κάτι στο τσαντάκι της. Μύρισε τ' άρωμά της και μια γλυκιά αίσθηση φούσκωσε ευχαριστημένα το στήθος του. Με μια χαδιάρικη κίνηση του γύρισε τον ώμο και αναδύθηκε από την αφάνεια η πλάτη της καθώς το μπλουζάκι λοξοδρόμησε και αποκάλυψε τα δέρμα της μέχρι εκεί που 'φτανε το μάτι του. Η παρουσία της, του είχε επιβραδύνει τη σκέψη, άπλωσε αργά το χέρι του και την άγγιξε. Εκείνη γύρισε τον κοίταξε, τον άφησε να χαθεί μέσα στο βλέμμα της και μέσα στο στήθος της. Θα 'θελε να της έκανε έρωτα, έτσι σαν να‘ταν αποπλανημένη, δοσμένη, σαν κοιμισμένη, χωρίς να το πάρει είδηση η λογική της και την εμποδίσει. Στάθηκε μπροστά της, το κορμί του, την ήθελε απαιτητικά. Σήκωσε απαλά και αποφασιστικά το μπλουζάκι, μέχρι που ξεσκέπασε εντελώς το στήθος της. Άφησε και την φούστα της να πέσει και έκλεισε ηδονικά τα μάτια της. Τη θαύμαζε, ολόγυμνη. Ήταν όνειρο. Πτυχώσεις, γωνίτσες, παχάκια, σημάδια, αξιαγάπητα και ποθητά σημεία, που ίσως η ίδια τα μισούσε.
Το κορμί του την έδειχνε έντονα, πιεστικά, την ήθελε όμηρο, αιχμάλωτη, να εισχωρήσει μέσα της βαθειά να μην μπορέσει να αντισταθεί και να του αποκαλύψει το είναι της. Της χάιδεψε την κοιλιά, και πιο χαμηλά, αισθάνθηκε ν’ ανοίγει σιγανά τα πόδια της, αχόρταγα την πολιόρκησε με τον πόθο του και κατάφερε, σιγά, απαλά, ακάθεκτα να γλιστρήσει μέσα της. Στην αρχή, η υγρή θέρμη κι η ελαφριά πίεση της, ήταν σα ράπισμα στο κορμί του θέλησε να ορμήσει και να επιταχύνει, μα συγκρατήθηκε... Εκείνη είχε κλειστά τα όμορφά της μάτια κι έδειχνε να φεύγει σε όμορφους ηδονικούς γαλαξίες, τυλίγοντας υπέροχα με το κορμί της, τον ερεθισμό του. Την αγκάλιασε ολάκερη, την έκλεισε στα χέρια του κι έστειλε το στόμα του να ψάξει κάθε σημείο της.
Αυτή η αβεβαιότητα της στιγμής, οι παθιασμένες σκέψεις, τα φιλιά, το βουητό του ανελκυστήρα, τα ιδρωμένα κορμιά , τους έκαναν δραπέτες στο ίδιο τους το είναι. Οι ανάσες τους είχαν ταχύνει, και οι κινήσεις τους το ίδιο, έσφιγγε μέσα της τον ανδρισμό του, περιμένοντας να κυριευτούν από το ανεξέλεγκτο. Τα βογγητά της, ήταν εισιτήρια για τόπους αισθησιακούς πρωτόγνωρους, τη διευκόλυνε, κάνοντας την κίνηση πιο γοργή, πιο έντονη, πιο επίμονη, πιο λαχανιασμένη.
Ένιωθε πως κι εκείνη ήτανε κοντά κι αυτό τον μάγευε είχε ανασηκώσει σε τόξο το σώμα της, σαν να ήθελε να έρθει ακόμα πιο κοντά, δεν άντεχαν πια. Το κύμα της τον κυρίευσε.
Σκόρπισαν για μια στιγμή σε χιλιάδες άτομα, που ξεχύθηκαν αλλεπάλληλα στο διάστημα, πέσανε παντού, και μείνανε σιωπηλοί και λαμπυρίζοντες μάρτυρες, της απελευθέρωσης από την ύλη και τις δεσμεύσεις της, σαν κομμάτια ενός πάζλ που μπερδεύτηκαν και ενώθηκαν με ολόκληρη την ζωή τους, δεν υπήρχε τίποτα ούτε χώρος ούτε χρόνος.
-Θα βγεις?
-Πως ?
-Θα βγεις, 5ος, είμαστε στον 5ο

Τον παραμέρισε, και εκνευρισμένη βγήκε από το ασανσέρ φτιάχνοντας με μια μικρή κίνηση τα μαλλιά της.
Εκείνος έμεινε να την κοιτάει αχόρταγα, ο ήχος απ’ τα τακούνια της όπως απομακρυνόταν στον διάδρομο τον επανέφερε, έφτιαξε το παντελόνι του και πάτησε το κουμπί για τον 6ο.


Β.