Στην ψυχή που δεν την φτάνει κανείς ούτε από ξηρά ούτε από θάλασσα δεν πάει ούτε φιλί ούτε αντίο.
Κάτι σαν λεύκωμα, σαν ημερολόγιο, σαν συνάντηση, κάτι σαν μήνυμα μέσα στο μπουκάλι, κάτι μεταξύ μας τέλος πάντων.
Έζησα τα πάθη σα μια φωτιά, τα είδα ύστερα να μαραίνονται
και να σβήνουν, και μ' όλο που ξέφευγα από ένα κίνδυνο, έκλαψα γι' αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα. Δόθηκα στα πιο μεγάλα ιδανικά, μετά τ' απαρνήθηκα,
και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιο ασυγκράτητα. Ένοιωσα ντροπή μπροστά στους καλοντυμένους,
και θανάσιμη ενοχή για όλους τους ταπεινωμένους και τους
φτωχούς,
είδα τη νεότητα να φεύγει, να σαπίζουν τα δόντια,
θέλησα να σκοτωθώ, από δειλία ή ματαιοδοξία,
συχώρεσα εκείνους που με σύντριψαν, έγλυψα εκεί που
έφτυσα,
έζησα την απάνθρωπη στιγμή, όταν ανακαλύπτεις, πλέον
αργά, ότι είσαι ένας άλλος
από κείνον που ονειρευόσουνα, ντρόπιασα τ' όνομά μου
για να μη μείνει ούτε κηλίδα εγωισμού απάνω μου ―
κι ήταν ο πιο φριχτός εγωισμός.Tις νύχτες έκλαψα,
συνθηκολόγησα τις μέρες, αδιάκοπη πάλη μ' αυτόν τον
δαίμονα μέσα μου
που τα ήθελε όλα, τούδωσα τις πιο γενναίες μου πράξεις,
τα πιο καθάρια μου όνειρα
και πείναγε, τούδωσα αμαρτίες βαρειές, τον πότισα αλκοόλ,
χρέη, εξευτελισμούς,
και πείναγε. Βούλιαξα σε μικροζητήματα
φιλονίκησα για μιας σπιθαμής θέση, κατηγόρησα,
έκανα το χρέος μου από υπολογισμό, και την άλλη στιγμή,
χωρίς κανείς να μου το ζητήσει
έκοψα μικρά-μικρά κομμάτια τον εαυτό μου και τον μοίρασα
στα σκυλιά.
Τώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια
μπορώ να γράψω
ένα στίχο, αληθινό.
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
Έφυγε ύπουλα και δειλά αφού λεηλάτησε τις στιγμές μου. Έφυγε αργά, βασανιστικά όχι με ένα αντίο αλλά με πολλές ματαιώσεις, αραίωνε τις συναντήσεις, τις συζητήσεις, τα θέματα, τις ερωτήσεις ήθελε να είναι πιο μπροστά να αφήνει πριν εκτεθεί. Έφυγε χωρίς να πάρει κάτι να θυμάται, να νοσταλγεί. Έφυγε και δεν άφησε ούτε κραγιόν στο μάγουλό μου. Τι τιμωρία φοβερή να μην συμβαδίζει το κορμί με την ψυχή.Στο κενό που άφησε θα σηκωθώ και θα χορέψω τον πιο όμορφο χορό μου θα πάρω χρώματα αληθινά να καλύψουν τον εγωισμό και θα βάψω τους τοίχους με ζωή θα ανοίξω τα παράθυρα να μπει δυνατά το φως θα βάλω λουλούδια και φυτά και θα ανοίξω το παλιό μανιάτικο κρασί. Πίσω απ' τ΄αντίο των χειλιών είναι η μεγάλη αγκαλιά της ζωής και ας κρύβεται μές στις σκιές, ο προδότης χρόνος.
Είναι φορές
που θες να γυρίσεις πίσω, θά 'θελες να είχες διαλέξει πιο προσεκτικά τις πλευρές του εαυτού σου που θα επιβιώσουν, να μην είχε πάει χαμένη καμιά στιγμή, να μην είχες κάνει συμφωνίες και ανταλλαγές ασύμφορες.
Όταν, ότι αγαπάμε δεν βρίσκεται πια στο οπτικό μας πεδίο, ούτε σε απόσταση ακοής, και το χέρι χαϊδεύει την απουσία του, τότε ο αποχωρισμός δεν μπορεί να μεταλλαχθεί σε κάτι το κατανοητό. Όταν λείπει η προσοχή του βλέμματος, η στοργή των ήχων, το απαλό χάδι, το σώμα μας βαραίνει, γίνεται ανώνυμο, τι να ρεμβάσουμε στην αδειασμένη μας ψυχή.
Ο πόνος θα μας λυτρώσει, ο πόνος είναι η εξοικείωση μας με τη ζωή, είναι η λαχτάρα της, και απελπισία είναι να αρνούμαστε την αλλαγή που επιβάλλει, αναδιπλώνοντας το εγώ μας.
Δεν είσαι μόνη σου σε αυτόν τον αγώνα, να ανοιχτείς πλήρως στην ζωή. Συνταιριάζοντας τις ελλείψεις μας ανακαλύπτουμε τις γνώσεις και τις όψεις της. Η πλήρης ταραχή που προκαλεί η απώλεια και που δεν έχει πουθενά προσφυγή, ελευθερώνει την μοναδική και ζώσα επιθυμία μας για Αγάπη.
Nα ζήσεις ξανά τις πιο ωραίες σου στιγμές, προσπαθείς μα δεν μπορείς. Αυτές λοιπόν τις στιγμές κράτα βαθειά μες στην καρδιά σου ότι αγάπησες και σ' έκανε να υπάρχεις ευτυχισμένη.
Και να ξέρεις πως πάντα θα είναι δικές σου και ατέρμονα θα σε συντροφεύουν.
περιστοιχισμένοι
από αυτό το οξύ αίσθημα μοναξιάς
που γεννά το απαγορευμένο.
Η μοναξιά του εραστή
μπροστά στον ύπνο της συνύπαρξης.
Η μοναξιά του χρόνου που περνάει δίχως νέα της.
Η μοναξιά εκείνων που αγαπούν και δεν αγαπιούνται,
εκείνης που επιθυμεί και δεν αποδεσμεύει.
Η μοναξιά αυτών που βρίσκονται μαζί, σαν άγνωστοι,
και κρατούν ανείπωτο τον κρυφό τους πόνο.
Η μοναξιά της άγνοιας του μετά.
Η μοναξιά
μας προσπερνάει και εκφυλίζει
τα σκιρτήματα της σάρκας,
γλυκειά παγίδα και καταφύγιο μαζί.
Να μη σε εμποδίζω. Ας αλλάξω όνειρο.![]()
Με τον καιρό πια με αισθάνομαι ένα χνούδι
στην ψυχή σου, όταν φυσάει θέλω να φεύγω.
Στην άπνοια
απλώς λέω ψέματα.
Γονάτισα ασυναίσθητα. Ένας σκορπιός στις πέτρες.
Ει εσύ μου χρωστάς μια πολική νύχτα του είπα, μια ολόκληρη ζεστή πολική νύχτα.
Αν αγαπήσεις το γέλιο μου θα σου το δώσω όλο, απάντησε εκείνος.
Αν αγαπήσεις όμως το είδωλό μου, θα θρυμματιστώ.
Αν αγαπήσεις τη θλίψη σου, θα αποσύρω τα συναισθήματά μου.
Κι αν αγαπήσεις το φόβο σου θα σε κεντρίσω, να ξέρεις όποιος μ’ αγαπάει κινδυνεύει το ίδιο με μένα είπε και μείνανε μόνο οι πέτρες.
Χρόνια τώρα, λείπω από το σώμα μου.
Ζω τον κυνισμό των αδικαίωτων στιγμών. Δε θα φοβηθώ άλλο
θα βγω στην πανσέληνο.
Β
Όλοι εμείς, οι σιωπηλοί ακροβάτες μιας μάταιης υπόσχεσης,
Καλημέρα ζωή, πόσο χαίρομαι που σε ξαναβρίσκω, πόσο χαίρομαι που ήσουν πάντα εδώ και με περίμενες. 
Στέκεσαι εκεί, σαν βλέμμα ερημιάς. Και κλαις. Στέκεσαι εκεί και ξερογλείφεις τις προφάσεις που έχεις ανακαλύψει, για να κρατάς μες στην μιζέρια την ψυχή σου. Στέκεσαι εκεί και λογαριάζεις πόσα σου άρπαξαν, πόσα σου 'κλεψαν, πόσα σου ρήμαξαν. Μήπως δεν είναι έτσι ακριβώς μωρό μου; Μήπως εσύ οδηγούσες κάθε φορά, από την πίσω πόρτα της ψυχής σου, το ληστή; Ήταν και αυτός ένας τρόπος να υπάρχεις.
Αγάπησα! Αγάπησα! Αγάπησα!Πηγή: Λογισμικό "Σήμερα"